Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Γερνούν και σαπίζουν τα δάση της Ελλάδας

Στην καταστροφή οδεύουν τα δάση της χώρας μας, λόγω της κακής ή ελλιπούς διαχείρισης, δηλώνουν στη Real planet διακεκριμένοι δασολόγοι. Η δασοπονία δεν αποτελεί προτεραιότητα των αρμοδίων, οι διαχειριστικές μελέτες δεν ανανεώνονται ούτε υλοποιούνται όπου υπάρχουν, τα δάση εγκαταλείπονται ανυλοτόμητα και οι καθαρισμοί περιορίζονται πλέον στην αντιπυρική περίοδο. Τα δασαρχεία παραμένουν με ελλιπές προσωπικό και πενιχρή χρηματοδότηση, ενώ χιλιάδες θέσεις εργασίας έχουν προ πολλού χαθεί. Εν μέσω οικονομικής κρίσης, οι επιστήμονες καλούν τους ιθύνοντες να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτόν τον παραγωγικό πλούτο συμβάλλοντας στην αναζωογόνηση της ελληνικής υπαίθρου. 

Το δάσος -παραγωγικό και μη- για να παραμείνει ζωντανό πρέπει να ανανεώνεται σταδιακά με οργανωμένες υλοτομίες που διεξάγονται βάσει διαχειριστικών μελετών που αναθεωρούνται κάθε 10 χρόνια. Με οδηγό τη διαχειριστική μελέτη, οι δασολόγοι προσημειώνουν τα δέντρα που πρέπει να κοπούν, τα οποία συνήθως είναι γερασμένα, ξερά ή ώριμα. Τις υλοτομίες, όπως και την εμπορία των ξύλων, εκτελούν εδώ και χρόνια οι δασικοί συνεταιρισμοί. Τα μεν καυσόξυλα που βγαίνουν από αυτή τη διαδικασία προορίζονται για το τζάκι και τη βιομηχανία ξυλείας, τα δε χρήσιμα ξύλα καταλήγουν στα πριστήρια. Οσο για τα υπολείμματα, τα κλαδιά και οι κορυφές με διάμετρο 10 εκατ. και κάτω, δίνονται στους ντόπιους για να καλύψουν τις ατομικές τους ανάγκες. 

 «Οι υλοτομίες είναι απαραίτητες για τη δασοπονία, για τη σωστή ουσιαστικά διαχείριση του δάσους», εξηγεί ο δασολόγος Ηλίας Αποστολίδης. «Πρόκειται για μια καθόλα οικολογική διαδικασία, η οποία βοηθά στη βελτίωση της ποιότητας του δάσους καθώς και στην προστασία του», συμπληρώνει ο δασολόγος, τέως διευθυντής Δασών Ηλίας Καπράλος. 

Καμία διαχείριση 

 Ολα αυτά σε κανονικές συνθήκες. Καθώς, όπως καταγγέλλουν οι επιστήμονες, η κατάσταση σήμερα διαμορφώνεται εντελώς διαφορετικά. Το βασικό πρόβλημα είναι και πάλι η έλλειψη χρημάτων και ανθρώπινου δυναμικού. Ειδικά στα μη παραγωγικά δάση (αυτά δηλαδή που δεν βγάζουν τεχνική ξυλεία) ουδέποτε ασκούνταν διαχείριση, ενώ στα παραγωγικά, για τους παραπάνω λόγους, οι διαχειριστικές μελέτες είτε δεν ανανεώνονται είτε ανανεώνονται πολύ αργά. Επιπλέον, όπου διατίθενται μελέτες (ή έστω πίνακες υλοτομίας που αναρτούν τα δασαρχεία όταν προκύψει έκτακτη ανάγκη καθαρισμού του δάσους και δεν υπάρχει μελέτη), δεν εφαρμόζονται σωστά: «Λόγω της έλλειψης προσωπικού και άρα φύλαξης, οι δασικοί συνεταιρισμοί δρουν σε αρκετές περιοχές ανεξέλεγκτα κόβοντας δέντρα κατά το δοκούν», επισημαίνει ο δρ Δασολογίας Νίκος Γεωργιάδης, επιστημονικός σύμβουλος του WWF Ελλάς. Δυσκολίες, όμως, προκύπτουν και με την απομάκρυνση των υπολειμμάτων της υλοτομίας που χρησιμοποιούνται κυρίως από τη βιομηχανία παλετών για την κατασκευή πέλετς, ΜDF, μοριοσανίδων κ.λπ. «Ενώ οι μελέτες ορίζουν συγκεκριμένα το ποσοστό οργανικής ύλης που πρέπει να απομακρυνθεί, οι δασικοί συνεταιρισμοί αφήνουν το 100% στο δάσος, καθώς η αξία της στην αγορά δεν ισοσκελίζει το κόστος της απομάκρυνσής της. Αυτή η πρακτική ενέχει τον κίνδυνο πυρκαγιάς και υποβάθμισης του δάσους», συνεχίζει ο Ν. Γεωργιάδης. 

 «Δεν είναι σίγουρο ότι φέτος θα δοθούν κονδύλια για εργασίες αποκομιδής των υπολειμμάτων των υλοτομιών», αναφέρει και ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Δασοφυλάκων Γιώργος Παπαδιάς. 

 Ωστόσο, με την αλλαγή της νομοθεσίας σχετικά με τη χρήση πέλετς για θέρμανση, οι τιμές των υπολειμμάτων στην αγορά αναμένεται να αυξηθούν. Ηδη οι βιομηχανίες ξύλου έχουν δηλώσει το ενδιαφέρον τους και το υπουργείο Περιβάλλοντος επεξεργάζεται σχέδιο καλύτερης εκμετάλλευσής τους από τους δασικούς συνεταιρισμούς. 

 Καθώς στο μεγαλύτερο ποσοστό τα δάση της Ελλάδας είναι δημόσια (65,5%, 16.440.050 στρέμματα) η ευθύνη για τη σωστή εκμετάλλευσή τους βρίσκεται στα χέρια του αρμόδιου κρατικού φορέα, δηλαδή του υπουργείου Περιβάλλοντος. «Δυστυχώς, το κράτος πλέον δεν διαχειρίζεται τα δάση, δεν δίνει τις απαραίτητες πιστώσεις στα δασαρχεία, με αποτέλεσμα να χάνονται χιλιάδες θέσεις εργασίας στην ύπαιθρο και να σπάει η αλυσίδα που συνέδεε στο παρελθόν τους διαφορετικούς φορείς που ασχολούνταν με τη δασοπονία», τονίζει ο Η. Καπράλος. 

Παραγωγικός πλούτος 

 «Καρκινοβατούν σχεδόν όλα, εκτός από ελάχιστα παραγωγικά δάση στην Πίνδο, τη βόρεια Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου έχουν αναλάβει δράση τα τοπικά δασαρχεία», προσθέτει ο Ηλίας Αποστολίδης. «Δεν υπάρχει πια ενδιαφέρον για το δάσος. Παλαιότερα αποτελούσε παραγωγικό πλούτο για τη χώρα, ενώ επιτελούσε και κοινωνικό σκοπό: ο κλάδος απασχολούσε -τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’80- έως 200 με 300 χιλιάδες άτομα». 

 «Τα δάση ως “επιχείρηση” υπολειτουργούν αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα», υποστηρίζει ο Ν. Γεωργιάδης. «Θα μπορούσαν να παράγουν περισσότερη ξυλεία χωρίς κανένα πρόβλημα. Και αυτό αποτελεί το ζητούμενο πλέον και για τις ιδιωτικές βιομηχανίες επεξεργασίας ξύλου της χώρας». 

ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΧΑΪΝΗ