Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ ΓΡΑΣΙΔΙ


Πρόκειται για μια αναφορά στη διαχείριση του γρασιδιού των κήπων στην Αριζόνα των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου κάποιοι δεν περιορίζονται στο να το διατηρούν υγιές και εύρωστο, αλλά επί πλέον …το βάφουν (!) . Μάλιστα, ορθώς διαβάσατε : ΒΑΦΟΥΝ το γρασίδι, χρησιμοποιώντας ένα ειδικό υλικό, για να φαίνεται δεόντως πράσινο…

Στη συγκεκριμένη πολιτεία των ΗΠΑ έχουν επιβληθεί «αισθητικοί» κανονισμοί από τις Ενώσεις Οικιστών, που εν όψει της ξηρής καλοκαιρινής περιόδου απαιτούν είτε τη σωστή διατήρηση του γκαζόν με τη δέουσα κατανάλωση νερού και εργασίας, είτε την επιλογή ενός «ξηροθερμικού» κήπου με κάκτους, βράχια και φυτά της ερήμου. Οι κανονισμοί αυτοί τηρούνται αυστηρά, οι δε παραβάτες υπόκεινται σε πρόστιμα και άλλες, σοβαρότερες κυρώσεις… Σε συνθήκες κρίσης, οι διαθέτοντες λιγότερα μέσα για ένα αυθεντικό πρασίνισμα του γκαζόν αλλά και οι μεσίτες, που θέλουν να «μοστράρουν» επιτυχώς τα πωλούμενα σπίτια με κήπο, βρίσκουν , σύμφωνα με το δημοσίευμα των New York Times, πιο βολικό το να προσφύγουν σε μια υπηρεσία που στοιχίζει, μέσες άκρες, 200 δολλάρια το κομμάτι….



Στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στις νότιες περιοχές, το γκαζόν σηματοδότησε μια νέα φάση κηποτεχνικής, που χαρακτηριζόταν από την εξάλειψη των «χρησίμων» φυτών και την εξωραϊστική διαχείριση του μη δομημένου χώρου. Η διαχείριση αυτή δεν ήταν απλό προϊόν της οικονομικής ευμάρειας, αλλά επί πλέον δενόταν «συστημικά» με το νέο καθεστώς οίκισης της ελληνικής περιφέρειας : Που χαρακτηριζόταν από την απουσία συνεκτικών σχέσεων των οικιστών και την εξάλειψη ή αποδυνάμωση συλλογικοτήτων όπως το χωριό ή η συνοικία, στα πλαίσια των οποίων λειτουργούσαν σχέσεις ανταλλαγής και «αντιπραγματισμού». Όπου τα πλεονάζοντα προϊόντα των μεν τροφοδοτούσαν τους δε, ο δε μανάβης ήταν δυσεύρετος έως ανύπαρκτος…



Σε πολλές περιπτώσεις «δικών μας» η αισθητική του γκαζόν είχε στοιχεία κόμπλεξ και ευρω-ευπρεπεισμού, αλλά αυτό δεν ήταν το χειρότερο : Το χειρότερο ήταν η υπερκατανάλωση υδάτινων πόρων σε συνδυασμό με την απεμπόληση των συνδυασμένων, αισθητικών και παραγωγικών δυνατοτήτων, που προσέφεραν οι μορφές της γηγενούς χλωρίδας. Το ίδιο κατά βάση σκεπτικό αλλά με την ιδιαίτερη εκδοχή της «παθητικής προσαρμογής» στα βορειοευρωπαϊκά πελατειακά γούστα, πρυτάνευσε και στην περίπτωση των γηπέδων γκολφ : Τα οποία απαιτούσαν ακόμη πιο μεγάλη κατανάλωση νερού και εργασίας για την διατήρησή τους, εισήγαγαν παράταιρες μορφές στα νοτιοελλαδίτικα τοπία και συνεργούσαν στη διαμόρφωση «τουριστικών θυλάκων πολυτελείας» . Οι οποίοι «θύλακες πολυτελείας» απεργάζονταν τουριστικά γκέτο, αποστασιοποιημένα από τα χωρικά και πολιτιστικά αξιοθέατα της χώρας, με μειούμενη συνδρομή συναλλάγματος στην εγχώρια κοινωνία και δραστική υποβάθμιση της ίδιας της τουριστικής εμπειρίας- της άλλως πως καλούμενης «τουριστικό προϊόν»…



Σε μας το τουριστικό γρασίδι έχει συνδεθεί - συνειρμικά τουλάχιστον - με τη «γραμμή» Ντουμπάϊ, κοντολογίς με τη «γραμμή» της κατασκευής τουριστικών θεαμάτων έστω και απολύτως άσχετων με την εγχώρια πραγματικότητα : Το Ντουμπάϊ δηλαδή που όχι απλώς γρασιδώνει την έρημο εκεί που θεωρεί σκόπιμο, αλλά που μερικές φορές φτιάχνει μέχρι και χιονοδρομικές πίστες !





Φυσικά στην Ελλάδα του Μνημονίου, η συζήτηση για το γρασίδι και τη δυνατότητα βαφής του δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστική..Όμως ουδόλως αποκλείεται να βρεθούν και κάποιοι που θα «μασήσουν». Κάποιοι που θα μπορούσαν να θυμίσουν ένα παλιό σατυρικό τραγούδι, υποθέτω της εποχής του μεσοπολέμου : " Στης ακρίβειας τον καιρό - επαντρεύτηκα κι εγώ – και μου δώσαν μια γυναίκα – που ‘τρωγε για πέντε-δέκα…."





YΓ Στη φωτογραφία (νομίζω της Ελληνικής Εταιρίας) : λιβάδι της Δήλου