Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Προσεχώς... ξηρασία!

Oι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας και της Πάτρας θα βιώνουν 20 επιπλέον ημέρες καύσωνα ετησίως 

 Απέναντι στις κλιματικές αλλαγές, η Ελλάδα είναι, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, μια από τις 18 πιο τρωτές χώρες του πλανήτη. 

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Περιβαλλοντικής Ερευνας και Κατάρτισης (ΕΚεΠΕΚ) του Πάντειου Πανεπιστημίου, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και η περιβαλλοντική οργάνωση WWF Ελλάς κατέθεσαν στον υπουργό Περιβάλλοντος «Οδικό χάρτη για την προσαρμογή της Ελλάδας στην κλιματική αλλαγή», προτείνοντας σειρά μέτρων για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, τη βιοποικιλότητα, το θαλάσσιο περιβάλλον, τα δάση, την ερημοποίηση, τη γεωργία και τον τουρισμό. 

 Κατ' αρχήν, προτείνεται η δημιουργία μιας διυπουργικής επιτροπής ή ενός εθνικού συμβουλίου. Η Ισπανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς έχουν ήδη εκπονήσει και εφαρμόζουν στρατηγικές για την προσαρμογή. Συγκεκριμένα, η διυπουργική επιτροπή στην Ισπανία ιδρύθηκε το 2004 και συστήνεται από επιτελείς των υπουργείων Οικονομικών, Μεταφορών, Βιομηχανίας, Γεωργίας, Εργασίας, Περιβάλλοντος και Χωροταξίας. Τη θεσμική εικόνα συμπληρώνει το Εθνικό Συμβούλιο για το Κλίμα, το οποίο επίσης λειτουργεί σε διυπουργικό επίπεδο. 

 Η εξάρτηση της Ελλάδας από το φυσικό περιβάλλον είναι εξαιρετικά μεγάλη για να αγνοηθεί, ειδικά σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Αξίζει εδώ να αναφερθούμε στον πίνακα που παρουσιάζει ο «οδικός χάρτης», από πρόσφατη έρευνα που εκπόνησε το Αστεροσκοπείο Αθηνών σε συνεργασία με το WWF Ελλάς, τα στοιχεία της οποίας αφορούν το χρονικό διάστημα μεταξύ 2020 και 2050: 

 Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας και της Πάτρας θα βιώνουν 20 επιπλέον ημέρες καύσωνα τον χρόνο. Επίσης, η συνολική ετήσια βροχόπτωση θα μειωθεί και αναμένεται να αυξηθούν κατά 10%-20% οι ακραίες βροχοπτώσεις. Στην Εύβοια αναμένονται περισσότερες από 25 ξηρές ημέρες σε σχέση με σήμερα, ενώ στο Ηράκλειο οι βροχοπτώσεις τον χειμώνα θα μειωθούν κατά 15%. Στη Ρόδο και τα Χανιά αναμένεται να αυξηθούν οι νύχτες που η θερμοκρασία δεν θα πέφτει κάτω από τους 20 βαθμούς Κελσίου. 

 Η κλιματική αλλαγή θα θέσει σε τρομερή δοκιμασία τους εθνικούς δρυμούς, καθώς προβλέπεται να αυξηθούν οι ημέρες με υψηλό ρίσκο πυρκαγιάς. Ήδη στα δασικά οικοσυστήματα εμφανίζεται ξήρανση των δέντρων, ανατροπές στους αναπαραγωγικούς κύκλους στα δάση καθώς επίσης και μετανάστευση των ειδών. Όπως τονίζουν οι ειδικοί στην προσαρμογή, επιβάλλεται να δημιουργηθούν στρατηγικές διατήρησης των γενετικών πόρων που προέρχονται από τα δασικά μας οικοσυστήματα, καθώς η ένταση της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να μειώσει την πυκνότητα και το μέγεθος του πληθυσμού τους. 

 Στα οικοσυστήματα που αναμένεται να πληγούν περισσότερο περιλαμβάνονται οι παράκτιοι υγρότοποι. Μελέτη του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με το WWF Ελλάς, εκτιμά πως στη Ζάκυνθο, σε περίπτωση ανόδου της στάθμης της θάλασσας κατά 40 εκατοστά, θα χαθεί το 11% των παραλίων ωοτοκίας της χελώνας καρέτα-καρέτα του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου. Είναι αναγκαία η εκπόνηση μελέτης διεπιστημονικού χαρακτήρα, όπου θα εντοπίζονται οι πιο ευπαθείς παράκτιες περιοχές και θα υπολογίζεται αναλυτικά το κόστος προσαρμογής. 

 Τομέας που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι επίσης ο τουρισμός. Χρειάζεται συντονισμένη επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, ώστε να αμβλυνθούν οι περιβαλλοντικές πιέσεις κατά τους θερινούς μήνες. 

 Εκτιμάται πως, εάν η μέση θερμοκρασία αυξηθεί κατά 2,5 βαθμούς Κελσίου στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία, θα παρουσιαστεί μείωση των διανυκτερεύσεων κατά 1% και απώλειες εσόδων της τάξης των 825 εκατ. ευρώ. Σε περίπτωση που η αύξηση ξεπεράσει τους 5 βαθμούς Κελσίου, οι απώλειες εσόδων θα αγγίξουν τα 5 δισ. ετησίως. 

 Ο ενεργειακός τομέας δεν πρόκειται να μείνει ανεπηρέαστος, καθώς αύξηση της θερμοκρασίας σημαίνει αύξηση κατανάλωσης ρεύματος, ενώ μείωση των βροχοπτώσεων σημαίνει μειωμένη παραγωγική ικανότητα των υδροηλεκτρικών φραγμάτων. 

 Ωστόσο, αν και η προσαρμογή του ενεργειακού τομέα στην κλιματική αλλαγή είναι σημαντική, η μείωση των εκπομπών αερίων στον ίδιο τομέα παραμένει η μεγαλύτερη προτεραιότητα. Για να αποφύγουμε τις χειρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ο παγκόσμιος ενεργειακός τομέας πρέπει να μηδενίσει σχεδόν τις εκπομπές του μέχρι το 2050.